Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

ΤΟΥΡΚΟΦΩΝΟΙ-ΦΥΛΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ



ΦΥΛΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ.
ΤΟΥΡΚΟΦΩΝΟΙ.

Όσοι πιστεύετε ότι δεν είναι Έλληνες του Πόντου, διαβάστε το άρθρο.

Του Νίκου Μαραντζίδη.

Οι τουρκόφωνοι Πόντιοι πρόσφυγες στην Ελλάδα:
Προβλήματα ενσωμάτωσης

Η ανακοίνωση αυτή στηρίζεται σε παλαιότερη έρευνά μου
που πήρε τη μορφή βιβλίου (Μαραντζίδης, 2001)1. Αν και η
εργασία πραγματοποιήθηκε υπό την οπτική γωνία του πολι-
τικού επιστήμονα και επικεντρώνεται περισσότερο στα
χρόνια μετά το 1940, εντούτοις προγενέστερες φάσεις αυτής
της πληθυσμιακής ομάδας και ειδικά το κομμάτι εκείνο που
συνδέεται με τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 με 
απασχόλησαν σε σημαντικό βαθμό.
Οι πληθυσμοί που εξετάζει η παρούσα εργασία ζούσαν
στην ενδοχώρα και στα παράλια του Δυτικού Πόντου, κυ-
ρίως στις διοικητικές επαρχίες (βιλαέτια) του Σίβας (Σεβά-
στεια), της Κασταμονού και του Τσανίκ. Στην πλειονότητά
τους ανήκαν στη δικαιοδοσία της μητρόπολης της Αμάσει-
ας. Σύμφωνα με τους Κιτρομηλίδη και Αλεξανδρή, εκεί ζού-
σαν το 1911 περίπου 120.000 Έλληνες διεσπαρμένοι σε 336
αμιγείς χριστιανικές κοινότητες, στο εσωτερικό των οποίων
υπήρχαν 462 εκκλησίες (1,3 εκκλησίες ανά κοινότητα ή μία
εκκλησία για 267 άτομα). Από τον πληθυσμό αυτό οι τουρ-
κόφωνες κοινότητες ήταν 246 και αντιπροσώπευαν πάνω
από 80.000 ανθρώπους (Kitromilides & Alexandris, 1984-85:
27, 35). Τουρκόφωνοι ποντιακοί πληθυσμοί ζούσαν επίσης
στα όρια της μητρόπολης Νεοκαισάρειας (Νίκσαρ), που 
περιλάμβανε το 1910 περίπου 102.563 ελληνορθόδοξους
(Kitromilides & Alexandris 1984-85: 27).
Η πλειονότητα των ατόμων ζούσε σε αγροτικές κοινότη-
τες απομονωμένες από τον έξω κόσμο και με ελάχιστες επα-
φές με την κεντρική εξουσία (Bryer, 1980: κεφ. ΧΙ, 35ν
Kitromilides & Alexandris, 1984-85: 16). ΠαρΓ όλα αυτά,
από τα μέσα κυρίως του 19ου αιώνα και ύστερα, στην ευρύ-
τερη περιοχή του Δυτικού Πόντου αναπτύχθηκαν ορισμένες
πόλεις, όπως η Σαμψούντα και η Πάφρα, με εμπορική κίνη-
ση και με κάποια βιομηχανική παραγωγή (κυρίως καπνο-
βιομηχανία) που, αν και στενά συνδεδεμένες με την αγροτι-
κή ενδοχώρα, εμφάνιζαν ένα βαθμό εξωστρέφειας (Bryer,
1980: κεφ. ΧΙ, 35, 51, 52ν Κουλοχέρης, 1991: 19-20). Αυτές οι
πόλεις, σε ολόκληρο γενικά τον Πόντο, αποτέλεσαν το επί-
κεντρο του ελληνικού εθνικισμού στην περιοχή, καθώς εκεί
οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές ελίτ των ελληνορ-
θόδοξων οργάνωσαν και χρηματοδότησαν τις προσπάθειες
να διαδοθεί η ελληνική εθνική ιδεολογία τον 19ο και τον
20ό αιώνα (Bryer, 1980: κεφ. ΧΙΙν Özveren, 1997).
Τα άτομα ήταν έντονα προσκολλημένα στην περιοχή
τους, στο χωριό τους και στο μαχαλά (συνοικία) τους. Όπως
σημειώνει ο H. Poulton, «το χωριό μαζί με τη θρησκεία απο-
τελούσαν τις κυριότερες εστίες αφοσίωσης και προσδιορι-
σμού της ταυτότητας […]. Καθώς το οθωμανικό κράτος μέ-
χρι τις μεταρρυθμίσεις του Μαχμούτ Β´ και τη βασιλεία του
Αμπντούλ Χαμίτ δεν παρενέβαινε έντονα στην περιφέρεια,
φαίνεται λογικό να συμπεράνουμε ότι το χωριό, μαζί με
τους δεσμούς συγγένειας, αποτέλεσε μία από τις πρώτες
εστίες ταύτισης για τις μόνιμα εγκατεστημένες αγροτικές
κοινωνίες της οθωμανικής περιόδου» (Poulton, 2000: 59-60).
Η γλώσσα σημαντικού τμήματος του χριστιανικού πληθυ-
σμού του Δυτικού Πόντου ήταν η τουρκική. 
Η χρήση της τουρκικής γλώσσας, που ήταν διαδεδομένη και 
σε άλλους ορθόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς στη Μικρά Ασία 
(Καππαδόκες), έδειχνε, πέραν όλων των άλλων, την περιορισμένη 
απήχηση των ελεγχόμενων από την Ελλάδα εκπαιδευτικών θε-
σμών που εμφυτεύτηκαν στις κοινότητες αυτές των Ποντίων.
Παρά τη συστηματική προσπάθεια του ελληνικού κράτους
και του Πατριαρχείου στα τέλη του 19ου και στις αρχές του
20ού αιώνα για ίδρυση σχολείων και παρά τα αποτελέσμα-
τα που παρατηρήθηκαν (Παπαδόπουλος, 1948ν Φωτιάδης,
1993), το «πρόβλημα» της τουρκοφωνίας έδειχνε δυσεπίλυτο.
Εξάλλου, η προσπάθεια εκμάθησης ελληνικών ακόμα και μέ-
σα στα σχολεία παρουσιάζεται συχνά ως κάτι το εξαιρετικά
δύσκολο. Όπως γράφει η Επέογλου-Μπακαλάκη (1988: 55):
την αριθμητική την αντιγράφαμε απο τον πίνακα, τις θρη-
σκευτικές ιστορίες […] προσπαθούσαμε να μαθαίνουμε
παπαγαλιστί επαναλαμβάνοντας πολλές φορές εν χορώ
όσα έλεγε η «κυρία». Και δεν ήταν καθόλου εύκολο, για-
τί όλα τα παιδιά ήμαστε τουρκόφωνα και ό,τι δεν κατα-
λαβαίναμε ήταν πολύ δύσκολο να τα αποστηθίζουμε.
Εντέλει, η απόσταση που χώριζε τους πληθυσμούς αυ-
τούς από τα πνευματικά κέντρα του ελληνισμού φαίνεται
πως ήταν μεγάλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ στη Σμύρ-
νη εκδίδονταν στα τέλη του 19ου αιώνα 13 ελληνικές εφημε-
ρίδες, στη Σεβάστεια και στην Κασταμονού δεν εκδιδόταν
καμία (Αναγνωστοπούλου, 1997: 486, 513), και το ίδιο φαί-
νεται να ίσχυε για την περιοχή της Σαμψούντας και της
Αμάσειας τουλάχιστον μέχρι το 1900 (Καϊσίδης, 1991: 158-
160). Με αυτά τα δεδομένα η «εθνική κοινωνικοποίηση»
(Λέκκας, 1989: 323) των τουρκόφωνων Ποντίων, στα τέλη
ακόμα του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, έδειχνε πως
δεν ήταν εύκολο έργο.



Η θρησκεία από την πλευρά της αποτελούσε βασικό
στοιχείο της ταυτότητας αυτών των πληθυσμών, τους οποί-
ους δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις φυλετικά, ταξικά, επαγ-
γελματικά από τους μουσουλμάνους, παρά μόνο θρησκευτι-
κά (Smith, 1973: 27). Η ορθόδοξη εκκλησία δεν σηματοδο-
τούσε απλώς μιαν άλλη θεολογική εκδοχή, αλλά συγκροτού-
σε κυρίως μια ισχυρή συλλογική ταυτότητα, η οποία λει-
τουργούσε με τέτοιον τρόπο ώστε οι χριστιανοί ορθόδοξοι
να συνδέονται στενά με το θεσμό μέσω του οποίου βίωναν
την πίστη τους (Pollis, 1977: 7ν Augustinos, 1992: 113). Έτσι,
πρωταρχική σημασία αποκτούσε η συλλογική εμπειρία και
το συναισθηματικό υπόβαθρο που ένωνε τους πιστούς μετα-
ξύ τους σε μια κοινότητα και όχι η δογματική θεολογική
προσήλωση σε οποιαδήποτε λεπτομέρεια που αποτυπωνό-
ταν στη Βίβλο ή στις αποφάσεις των Ιερών Συνόδων. Είναι
μάλιστα χαρακτηριστικό πως, αν και σχεδόν όλη η θρησκευ-
τική τελετουργία πραγματοποιούνταν στην τουρκική γλώσ-
σα (Επέογλου-Μπακαλάκη, 1988), αυτό δεν φαίνεται διό-
λου να τους εμπόδιζε να βιώνουν έντονα την πίστη τουςν το
αντίθετο: οι τουρκόφωνοι χριστιανικοί πληθυσμοί θεωρού-
νταν και θεωρούσαν οι ίδιοι τον εαυτό τους από τους περισ-
σότερο αφοσιωμένους στη χριστιανική εκκλησία. Όπως πε-
ριγράφει, πιθανόν με κάποια δόση υπερβολής, ένας συγ-
γραφέας προερχόμενος από την περιοχή αυτή, «η αγάπη
των τουρκόφωνων Ελλήνων προς τον Χριστό ήταν πολύ με-
γάλη. […] δεν έκαναν καμιά δουλειά χωρίς να κάνουν το
σταυρό τους» (Κυνηγόπουλος, 1991: 101).
Πέρα όμως από τις συμβολικές της διαστάσεις η εκκλη-
σία είχε και υλική παρουσία στη ζωή των κατοίκων. Ο ιερέ-
ας της κοινότητας ασκούσε μια σειρά λειτουργίες διοικητι-
κού χαρακτήρα, δρώντας ως πνευματική κορυφή της κοινό-
τητας (Karpat, 1982: 141). Ήταν, για παράδειγμα, μέλος της 
δημογεροντίας, προέδρευε των εφορευτικών επιτροπών για
την ανάδειξη διάφορων αιρετών οργάνων της κοινότητας
κ.ά. (Χατζηθεοδωρίδης, 1984: 441-492), ενώ και η εκπαί-
δευση αυτών των πληθυσμών διαρθρωνόταν γύρω από τους
θρησκευτικούς θεσμούς. Έτσι, η ορθόδοξη εκκλησία επιτε-
λούσε δύο ρόλους: από τη μία συγκροτούσε τον πυρήνα της
συλλογικής ταυτότητας αυτών των πληθυσμών και από την
άλλη λειτουργούσε ως ο θεσμικός οργανωτής και εκφρα-
στής αυτής της συλλογικής ταυτότητας σε όλα τα επίπεδα. Η
δεύτερη αυτή διάσταση υπήρξε σημαντική όταν χρειάστηκε
σε συνθήκες κρίσης να κινητοποιηθούν οι πληθυσμοί (Fox,
1999). Εντέλει, ήταν η ορθόδοξη χριστιανική ταυτότητα που
κατΓ αρχήν επέτρεψε σε αυτούς τους πληθυσμούς να δηλώ-
σουν πως «αν και η γλώσσα μου είναι τουρκική, η καρδιά
μου είναι ελληνική» (Clogg, 1996: 82), αποτελώντας ουσια-
στικά το μέσο διά του οποίου οι πληθυσμοί αυτοί βίωσαν την
ελληνική εθνική ταυτότητα. ΓιΓ αυτό και «όλα τα μέλη της
ορθόδοξης εκκλησίας αυτοαποκαλούνταν Έλληνες, και αι-
σθάνονταν ως τέτοιοι, έστω κι αν διέφεραν φυλετικά ή
γλωσσικά» (Augustinos, 1992: 109).

Η έναρξη του Α´ Παγκόσμιου πολέμου, η εισβολή της
Ρωσίας στις περιοχές του οθωμανικού Πόντου, η υποστήρι-
ξη που παρείχαν οι Έλληνες στους Ρώσους και οι μετέπειτα
προσπάθειες συγκρότησης του ανεξάρτητου κράτους του
Πόντου είχαν αρνητικές συνέπειες για τους πληθυσμούς της
περιοχής. Γενικά η περιοχή του Πόντου και ειδικότερα η
δυτική πλευρά του έγινε το θέατρο της εξαιρετικά βίαιης
σύγκρουσης μουσουλμανικών και χριστιανικών ένοπλων
ομάδων, με κύρια θύματα τους άμαχους πληθυσμούς όλων
των εθνοτήτων. Σε τέτοιου είδους κρίσεις οι άμαχοι δεν δια-
κρίνονται από τους ενόπλουςν όλοι είναι δυνάμει θύτες και
θύματα. Η κατάληξη της μικρασιατικής περιπέτειας και η 
υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάνης έβαλαν τέλος στις συ-
γκρούσεις. Όσοι επιβίωσαν από τις εκτελέσεις, τις εκτοπί-
σεις, τις κακουχίες και τον πόλεμο έφυγαν από τον Πόντο
όπως όπως, τις περισσότερες φορές χωρίς να μπορούν να
μεταφέρουν σχεδόν τίποτε άλλο εκτός από τα προσωπικά
τους είδη. Έφυγαν είτε προς τον ρωσικό Καύκασο είτε μέ-
σω Σαμψούντας με πλοίο στην Κωνσταντινούπολη (Voutira,
1991: 406). Εκεί οι Πόντιοι, αφού στοιβάχτηκαν κατά χιλιά-
δες σε καταυλισμούς προσφύγων, έζησαν την πείνα και το
κρύο, γλίτωσαν από τις μολυσματικές ασθένειες που σκότω-
σαν χιλιάδες δικούς τους ανθρώπους (Alexandris, 1982) και
πέρασαν με καράβια στην Ελλάδα έπειτα από λίγους μήνες.
Ποιος είναι ο ακριβής αριθμός των προερχόμενων από
τον Δυτικό Πόντο προσφύγων και ειδικότερα των τουρκό-
φωνων Ποντίων που κατάφερε να φτάσει στην Ελλάδα δεν
είναι απολύτως σαφές. Με βάση την απογραφή του 1928,
γνωρίζουμε πως το σύνολο των ποντιακής προέλευσης προ-
σφυγικών πληθυσμών ανήλθε σε 182.000 περίπου άτομα,
από τα οποία τα 130.000 εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία.
Από τους 180.000 Πόντιους πρόσφυγες λοιπόν είναι δύ-
σκολο να ειπωθεί με ακρίβεια πόσοι ήταν τουρκόφωνοι.
Μπορούμε να υποθέσουμε πάντως ότι περίπου το ένα πέ-
μπτο από αυτούς θα πρέπει να είχε ως βασική του γλώσσα τα
τουρκικά. Σε αυτή την εκτίμηση συνηγορεί κατα αρχάς το
στοιχείο ότι από τους 795 οικισμούς του Πόντου που μελετή-
θηκαν από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών βρέθηκαν
612 ελληνόφωνοι και 183 τουρκόφωνοι (23%), ποσοστό που
πρέπει να είναι κοντά στη γλωσσική πραγματικότητα του
Πόντου (Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, 1974ν Κιτρομη-
λίδης, 1982: 28). Επιπλέον, η υπόθεση αυτή συνδέεται και με
τα δεδομένα της απογραφής του 1928. Σύμφωνα με τα απο-
τελέσματά της, 100.000 περίπου άτομα ήταν τουρκόφωνοι 
ορθόδοξοι χριστιανοί. Βέβαια, από αυτούς μόνο ένα μέρος
ήταν ποντιακής προέλευσης, καθώς ένα άλλο μέρος, η πλειο-
ψηφία, προερχόταν από άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας.
Οι τουρκόφωνοι Πόντιοι κατανεμήθηκαν σε όλους σχε-
δόν τους νομούς της ελληνικής Μακεδονίας και της Δυτικής
Θράκης. Εκεί συνέχισαν σε γενικές γραμμές την αγροτική
ζωή τους. Αντιμετώπισαν, σε γενικές γραμμές, τα προβλή-
ματα που ταλαιπώρησαν τους πρόσφυγες στο σύνολό τους:
πείνα, άθλιες συνθήκες υγιεινής, έλλειψη στέγης, κοινωνική
αποξένωση. Τα χωριά στα οποία εγκαταστάθηκαν ήταν άλ-
λοτε αμιγώς προσφυγικά –συχνά πρώην τουρκικά χωριά
που τα είχαν εγκαταλείψει οι κάτοικοί τους με την ανταλλα-
γή των πληθυσμών– και άλλοτε ήταν μεικτά, δηλαδή συνυ-
πήρχαν γηγενείς με πρόσφυγες. Από περιοχή σε περιοχή
βέβαια διαφοροποιούνταν τα δεδομένα. Παράλληλα, όπως
και οι υπόλοιποι πρόσφυγες, οι τουρκόφωνοι Πόντιοι βρή-
καν την υποστήριξη της βενιζελικής πολιτικής εξουσίας που
προσέβλεπε στην πολιτική στήριξη από αυτούς, όπως και
από όλους εξάλλου τους πρόσφυγες. Η επιλογή μάλιστα του
κράτους να εγκαταστήσει αυτούς τους πληθυσμούς σε πε-
ριοχές που μόλις πρόσφατα είχαν ενσωματωθεί στο ελληνι-
κό κράτος και ζούσαν εκεί εθνικές μειονότητες είχε πολλών
ειδών συνέπειες στη διαμόρφωση της δικής τους νέας ταυ-
τότητας και στις σχέσεις τους με τους άλλους πληθυσμούς.
Φαίνεται, για παράδειγμα, πως οι ποντιακοί πληθυσμοί της
ανατολικής Μακεδονίας είχαν την ανοχή των κρατικών αρ-
χών σε ό,τι αφορούσε τη δυνατότητά τους να οπλοφορούν.
Όπως και των περισσότερων προσφύγων, η ζωή των
τουρκόφωνων Ποντίων στην ύπαιθρο υπήρξε εξαιρετικά δύ-
σκολη τα πρώτα χρόνια. Ζούσαν μέσα σε αντίσκηνα ή πολλοί
μαζί σε ένα σπίτι, αναγκασμένοι να καλλιεργούν τα άγονα
25-40 περίπου στρέμματα γης ανά τετραμελή οικογένεια που τους 
είχε παραχωρήσει το ελληνικό δημόσιο, συχνά χωρίς να
είναι εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα εργαλεία και ζώα.
Η επαφή των προσφύγων με τους γηγενείς μπορεί να χα-
ρακτηριστεί ως τραυματικό πολιτισμικό σοκ (Mavrogordatos,
1983: 193). Το ευρύτερο περιβάλλον αντιμετώπιζε τους πρό-
σφυγες επιφυλακτικά έως εχθρικά, σε ατομικό και συλλογι-
κό επίπεδο, αγγίζοντας τα όρια του ρατσισμού (Mavro-
gordatos, 1983: 194). Το αίσθημα πως το περιβάλλον ήταν
εχθρικό τούς δημιουργούσε φόβο αλλά και αμηχανία μαζί:
Εδώ στην Ελλάδα και συγκεκριμένα σε αυτή την τοποθε-
σία που ήρθαμε τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα ακόμα
και από την Τουρκία, εδώ μας μισούσαν ακόμη περισ-
σότερο και χωρίς να τους κάνουμε τίποτε, τουλάχιστον
οι Τούρκοι μάς μισούσαν και μας πολεμούσαν γιατί και
εμείς το ίδιο τους κάναμε.
2
Παρά τις προσπάθειες αρκετών ανθρώπων και του ίδιου
του, βενιζελικού κυρίως, τοπικού Τύπου, που συχνά προ-
σπαθούσε να συγκινήσει τον ντόπιο πληθυσμό όσον αφορά
τον πόνο των προσφύγων και να εξαλείψει τα πάθη, το πρό-
βλημα των σχέσεων μεταξύ γηγενών και προσφύγων παρέ-
μεινε έντονο για αρκετά χρόνια. Καθώς μάλιστα οι αντιθέ-
σεις που προκύπτουν από την εκμετάλλευση των δυσεύρε-
των πόρων συχνά αναδεικνύουν και οξύνουν τις πολιτισμι-
κές διαφορές, οι έριδες που προέκυψαν για οικονομικά ζη-
τήματα, όπως αυτό της διανομής γαιών, ταλάνισαν για αρ-
κετά χρόνια τον πληθυσμό και έκαναν το ζήτημα της σχέσης
γηγενών και προσφύγων ακανθώδες.
Το στοιχείο που δυσχέραινε ακόμη περισσότερο τις σχέ-
σεις μεταξύ των τουρκόφωνων Ποντίων και των υπόλοιπων
γηγενών πληθυσμών ήταν ακριβώς η γλώσσα των πρώτων.
Έστω κι αν η επίσημη ελληνική κρατική πολιτική δεν ταύτιζε 

την ελληνικότητα με τη γλώσσα που μιλούσαν οι πληθυ-
σμοί, από τη μάζα των ελληνόφωνων γηγενών πληθυσμών η
ομιλία της τουρκικής γλώσσας εκλαμβανόταν ως σημάδι μη
εθνικής καθαρότητας. Συχνά μάλιστα ο αντιβενιζελικός Τύ-
πος αντιμετώπιζε όλους τους πρόσφυγες ως τουρκόφωνους
με σκοπό να θεωρηθούν μειωμένης εθνικής συνείδησης
άτομα. Η πρακτική αυτή έφτασε ακόμη και σε κοινοβουλευ-
τικό επίπεδο και εκφράστηκε από τον ίδιο τον ηγέτη του
Λαϊκού Κόμματος, τον Τσαλδάρη, ο οποίος αναφέρθηκε
υποτιμητικά στους πρόσφυγες αντιμετωπίζοντάς τους ως
αγράμματους και αγνοούντες την ελληνική γλώσσα.
Πάντως, ακόμη και φιλικότερες φωνές απέναντι στους
πρόσφυγες, όπως αυτή του Μητροπολίτη Κοζάνης Ιωακείμ,
δεν δίσταζαν να αντιμετωπίσουν την αλλογλωσσία ως «την
σοβαροτέρα πληγήν της Μακεδονίας και διά τον εκπολιτι-
σμόν αυτής φοβερόν εμπόδιο, επιταθής εσχάτως διά της συ-
ροής των ξενοφώνων προσφύγων μας», θεωρώντας πως «το
μόνο φάρμακον είναι τα νηπιαγωγεία, τα οικοτροφεία, ο
στρατών, η Εκκλησία, η σχολή».
3 
Εκτός από τους ντόπιους,
εχθρικοί ή καχύποπτοι απέναντι στους τουρκόφωνους Πό-
ντιους έδειχναν συχνά να είναι και οι ελληνόφωνοι ποντια-
κοί πληθυσμοί. Αυτοί οι τελευταίοι αντιμετώπιζαν περιφρο-
νητικά τους τουρκόφωνους συμπατριώτες τους, αποφεύγο-
ντας μάλιστα κάποιες φορές να τους θεωρούν Πόντιους,
ακριβώς επειδή δεν μιλούσαν την ποντιακή γλώσσα. Η έκ-
φραση «Οι Μπαφραλήδες δεν είναι Πόντιοι» είναι κάτι που
ακούγεται αρκετά συχνά μέσα στο πλαίσιο της ποντιακής
κοινότητας και δημιουργεί αισθήματα αγανάκτησης στους
τουρκόφωνους Πόντιους.
Η τουρκική γλώσσα λοιπόν εκτός από το να συνδέει με
το παρελθόν, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της νοσταλγίας
ως συλλογικής μνήμης, λειτούργησε και ως κοινωνικό στίγ-

μα, καθώς το χαμηλό κύρος της μέσα στην ελληνική επικρά-
τεια αποτελούσε πηγή ντροπής για τους τουρκόφωνους Πό-
ντιους. Η γλώσσα λειτούργησε ταυτόχρονα ως το συμβολικό
εκείνο σύνορο που τους προσδιόρισε ως ξεχωριστή ομάδα
μέσα στο πλαίσιο του ελληνικού εθνικού κράτους. Έτσι, η
γλώσσα και κυρίως τα αρνητικά νοήματα που συνδέθηκαν
με τη χρήση της συνέβαλαν στην απομόνωσή τους και ουσια-
στικά τους οδήγησαν σε έναν εκτεταμένο βαθμό ενδογα-
μίας που κράτησε μέχρι και τη δεκαετία του 1950.
Η αυστηρή ενδογαμία ενίσχυσε με τη σειρά της την απο-
μόνωση αυτών των πληθυσμών, συμβάλλοντας κατά συνέ-
πεια στην ενδυνάμωση της διαφορετικής τους ταυτότητας.
Χρειάστηκε να φτάσει η δεκαετία του 1950 ώστε να μάθει
να μιλάει την ελληνική γλώσσα σημαντικός αριθμός τουρκό-
φωνων Ποντίων. Αυτοί που έμαθαν αρχικά ήταν οι άνδρες,
κυρίως, μέσω της θητείας τους στο στρατό. Επίσης, μέσω
του σχολείου ασκήθηκε τεράστια προσπάθεια για την εκμά-
θηση της γλώσσας. Πολλοί θυμούνται το δάσκαλο να τους
δέρνει αλύπητα επειδή τους συνέλαβε να μιλούν τουρκικά
εντός ή εκτός σχολείου.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στον γλωσσικό εξελληνισμό
των τουρκόφωνων από διάφορους βενιζελικούς παράγοντες,
που με ποικίλες ενέργειες προσπαθούσαν να βρουν πόρους
και τρόπο ώστε να ιδρυθούν σχολεία στα χωριά των τουρκό-
φωνων. Λίγο καιρό αργότερα, στην περίοδο του Μεταξά,
φαίνεται πως έγινε προσπάθεια για υποχρεωτική φοίτηση
όλων των τουρκόφωνων σε νυχτερινά σχολεία (Λιθοξόου,
1993: 11-12). Επίσης, η διαταγή του καθεστώτος «περί απο-
καταστάσεως της ενιαίας γλώσσης», που ουσιαστικά επρό-
κειτο για την απαγόρευση ομιλίας κάθε άλλης γλώσσας πέ-
ραν των ελληνικών, συμπεριλάμβανε, φυσικά, και την απαγό-
ρευση της ομιλίας της τουρκικής. Πάντως, επειδή δεν υπάρ-

χει εκ μέρους των τουρκόφωνων Ποντίων ισχυρή ανάμνηση
γλωσσικής καταπίεσης από το καθεστώς Μεταξά, φαίνεται
πως αυτή η πολιτική εφαρμόστηκε με διαφορετική ένταση
στις διάφορες αλλόγλωσσες εθνοτικές ομάδες, προφανώς
ανάλογα με το πόσο επικίνδυνες τις θεωρούσε το κράτος.
Παρ όλες τις παραπάνω προσπάθειες πάντως πολλά
άτομα, γυναίκες κυρίως, που ήρθαν από τον Πόντο σε σχετι-
κά μεγαλύτερη ηλικία (πάνω από 15-20 ετών) δεν έμαθαν
ποτέ την ελληνική γλώσσα. Ωστόσο, η γλώσσα δεν σχετίστη-
κε με κάποιο μύθο διαφορετικής καταγωγής από αυτήν των
υπόλοιπων Ελλήνων. Δεν δημιούργησε ποτέ έναν ισχυρό
εθνοτικό δεσμό. Αντίθετα, η γλώσσα λειτούργησε περισσό-
τερο ως ψεγάδι που έπρεπε να εξαλείψουν αν ήθελαν να αι-
σθάνονται απόλυτη ικανοποίηση και υπερηφάνεια για την
ταυτότητά τους (Tajfel, 1978). Έτσι, το αποτέλεσμα ήταν η
τρίτη γενιά τουρκόφωνων Ποντίων σήμερα να αγνοεί πα-
ντελώς την τουρκική γλώσσα, και σε μερικές περιπτώσεις
να αγνοεί ακόμη και το γεγονός πως οι προηγούμενες γε-
νιές υπήρξαν τουρκόφωνες.
Ωστόσο, αν για τη γλώσσα που μιλούσαν μπορούσαν να
αποδεχτούν τις κατηγορίες, για την πίστη τους στην ορθόδο-
ξη χριστιανική θρησκεία δεν επέτρεπαν αμφισβήτηση.
Όπως είπε κάποιος: «Μας λέγανε τουρκόσπορους […] αλλά
ας μην ξεχνάνε πως οι δικοί μας με όλη την ταλαιπωρία, με
όλη την καταστροφή φέρανε τη θρησκεία μαζί τους κι αυτό
δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας» (Μαραντζίδης,
2001: 96). Από τα πρώτα πράγματα που φρόντισαν να κά-
νουν μόλις απέκτησαν σταθερή βάση ήταν το χτίσιμο εκκλη-
σιών. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα οι πρόσφυγες είχαν
κατορθώσει να φέρουν μαζί τους την καμπάνα της εκκλη-
σίας του χωριού τους ή κάποιες εικόνες αγίων, σύμβολα όχι
μόνο θρησκευτικής πίστης αλλά και κοινοτικής συνέχειας.

Είναι γεγονός, βέβαια, πως τα παραπάνω αφορούν σε
γενικές γραμμές τη θρησκευτική συμπεριφορά των προσφύ-
γων και δεν πρέπει να αποδοθούν αποκλειστικά στους
τουρκόφωνους Πόντιους πρόσφυγες αλλά γενικά στην τάση
όλων των ξεριζωμένων πληθυσμών να αναπαράγουν με πιο
έντονο τρόπο σημαντικά στοιχεία της προηγούμενης κουλ-
τούρας τους. Όπως σημειώνει και η Renée Hirshon (1989),
oι πρόσφυγες παρατηρούσαν περήφανα ότι αυτοί τηρούσαν
καλύτερα τους θρησκευτικούς κανόνες και ήταν πιο αφο-
σιωμένοι από τους ντόπιους.
Ο υπερτονισμός αυτής της όψης της ταυτότητας των
τουρκόφωνων Ποντίων μπορεί να γίνει κατανοητός αν λη-
φθεί υπόψη η ανάλυση του Tajfel (1978) που αφορά το ζήλο
των κατώτερων κοινωνικά ομάδων, με ανασφάλεια για την
ταυτότητά τους, να προβάλλουν τα χαρακτηριστικά τους
εκείνα που θεωρούν ότι θα ευνοήσουν την προσπάθεια να
βελτιώσουν τη θέση τους μέσα στο περιβάλλον όπου ζουν. Η
έντονη προβολή της θρησκευτικότητάς τους συγκροτεί με-
ταξύ άλλων μιαν ορθολογική στρατηγική της ομάδας τόσο
σε σχέση με το παρελθόν όσο και σε σχέση με το μέλλον της.
Συνοψίζοντας, η ταυτότητα των τουρκόφωνων Ποντίων
διαμορφώθηκε με βάση αφενός την αίσθηση ενός κοινού πα-
ρελθόντος και αφετέρου τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της
ένταξής τους στον ελληνικό εθνικό κορμό. Η άγνοια της ελ-
ληνικής γλώσσας και η ομιλία της τουρκικής ήταν ένα από αυ-
τά τα ιδιαίτερα στοιχεία που συνέβαλαν στον ιδιάζοντα τρό-
πο ένταξης της συγκεκριμένης ομάδας στο εθνικό κράτος.
Στην προσπάθεια προσαρμογής τους στην Ελλάδα ως
πρόσφυγες βρήκαν μπροστά τους όλα τα εμπόδια που βρή-
καν και οι υπόλοιποι πρόσφυγες: άγνωστο τόπο, τραγικές
υγειονομικές συνθήκες, εχθρικό ή αδιάφορο κοινωνικό πε-
ριβάλλον. Δίπλα σε αυτά είχαν να αντιμετωπίσουν την εχθρό-

τητα που πήγαζε απέναντί τους λόγω της γλωσσικής τους
«ιδιαιτερότητας». Η ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία
συνδέθηκε, όπως και των περισσότερων προσφύγων, με την
πολιτική υποστήριξη που έδωσαν στο βενιζελισμό και τις
προσδοκίες που είχαν από αυτόν. Μέχρι τον Β´ Παγκόσμιο
πόλεμο η πολιτική τους ταυτότητα δεν διέφερε από την πλει-
ονότητα των προσφύγων της βόρειας Ελλάδας και γενικότε-
ρα της χώρας. Ο Β´ Παγκόσμιος πόλεμος, η γερμανική, ιτα-
λική και βουλγαρική κατοχή θα αλλάξουν δραματικά τη μοί-
ρα αυτής της πληθυσμιακής ομάδας. Εδώ όμως αρχίζει μια
άλλη ιστορία.



 
 
 
 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: